Η Κομισιόν δημοσίευσε προβλέψεις για την παραγωγή κρασιού της ΕΕ για το 2021/22.

Μειωμένη κατά 13% προβλέπεται ότι θα είναι η  παραγωγή κρασιού στην ΕΕ την σεζόν 2021/22, σύμφωνα με τις προβλέψεις που δημοσίευσε σήμερα η Κομισιόν.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις συγκομιδής που παρείχαν τα κράτη μέλη, η παραγωγή κρασιού της ΕΕ – συμπεριλαμβανομένου του κρασιού και του μούστου – το 2021 (περίοδος εμπορίας 2021/2022) προβλέπεται να είναι 147 εκατομμύρια εκατόλιτρα.

Τα δυσμενή καιρικά φαινόμενα την άνοιξη και το καλοκαίρι, εναλλασσόμενα από παγετό σε πλημμύρες και ασθένειες αμπέλου που συνδέονται με αυτές τις κλιματολογικές συνθήκες, φαίνεται να είχαν πραγματικό αντίκτυπο στην παραγωγή κρασιού της ΕΕ 2021.

Με εκτιμώμενη παραγωγή 44,5 εκατομμυρίων εκατόλιτρων (πτώση 9%), η Ιταλία θα παραμείνει ο μεγαλύτερος παραγωγός της ΕΕ, ακολουθούμενη από την Ισπανία (39 εκατομμύρια εκατόλιτρα, μείωση 15%) και τη Γαλλία (33,3 εκατομμύρια εκατόλιτρα, μείωση 27%). Η παραγωγή αυτών των τριών κρατών μελών, τα οποία αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 80% της παραγωγής της ΕΕ, εκτιμάται σε 117 εκατομμύρια εκατόλιτρα το 2021, μειωμένη κατά 23 εκατομμύρια εκατόλιτρα (-17%) σε σύγκριση με την παραγωγή τους το 2020 στα 140 εκατομμύρια εκατόλιτρα.

Βασικά στοιχεία:

  • Η Γαλλία, η οποία ξεπεράστηκε ως ο μεγαλύτερος παραγωγός κρασιού της ΕΕ από την Ιταλία από το 2016, θα καταταγεί στην τρίτη θέση (μετά την Ισπανία) για πρώτη φορά.
  • Η Γερμανία και η Πορτογαλία θα αυξήσουν την παραγωγή τους κατά 4% και 1% αντίστοιχα το 2021.
  • Ορισμένα κράτη μέλη στην Ανατολική Ευρώπη (Τσεχία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία), αν και παράγουν μικρότερους όγκους, παρουσιάζουν ανοδική τάση.

Με σχετικά μικρό όγκο, η συγκομιδή του 2021 θα ήταν κατά 11% χαμηλότερη από τον μέσο όρο των τελευταίων 5 ετών, αλλά ακόμα υψηλότερη από τη συγκομιδή του 2017. Το 2017 ήταν η χρονιά με την μικρότερη συγκομιδή των τελευταίων 20 χρόνων, με παραγωγή που έφτασε τα 144 εκατομμύρια εκατόλιτρα.

Να σημειωθεί ότι το εύρος των παραλλαγών παραγωγής αυξάνεται από χρόνο σε χρόνο. Για σχεδόν 10 χρόνια, η παραγωγή ποικίλλει από έτος σε έτος σε πολύ μεγαλύτερες αναλογίες από ό, τι την προηγούμενη δεκαετία. Αυτή η αστάθεια στους όγκους που παράγονται φαίνεται να είναι η άμεση συνέπεια των μεγάλων κλιματικών κινδύνων που είναι όλο και λιγότερο προβλέψιμοι και όλο και πιο συχνοί.