binary comment

Πώς επηρεάζουν την υγεία, την ανάπτυξη και την αναπαραγωγική απόδοση των βοοειδών και γιατί η πρόληψη ξεκινά από τον έλεγχο των ζωοτροφών

”Οι μυκοτοξίνες αποτελούν έναν ιδιαίτερα ύπουλο διατροφικό κίνδυνο, επειδή μια ζωοτροφή μπορεί να φαίνεται φυσιολογική αλλά να περιέχει τοξίνες ικανές να επηρεάσουν σταδιακά την υγεία και την παραγωγικότητα του κοπαδιού.”

Οι μυκοτοξίνες αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ασφάλειας των ζωοτροφών. Πρόκειται για τοξικές ουσίες που παράγονται από ορισμένα είδη μυκήτων, κυρίως όταν επικρατούν κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας, υγρασίας και στρες της καλλιέργειας.

Μπορούν να εμφανιστούν στο καλαμπόκι, το σιτάρι, το κριθάρι και άλλα δημητριακά, αλλά και σε ενσιρώματα, σανό, χονδροειδείς ζωοτροφές και διάφορα υποπροϊόντα που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των βοοειδών.

Το πρόβλημα είναι ότι η παρουσία τους δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή με γυμνό μάτι. Μία ζωοτροφή χωρίς εμφανή μούχλα δεν είναι απαραίτητα απαλλαγμένη από μυκοτοξίνες, ενώ η παρουσία μούχλας δεν μας πληροφορεί από μόνη της για το είδος και τη συγκέντρωση των τοξινών.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες μυκοτοξίνες;

Περισσότερες από εκατοντάδες μυκοτοξίνες και μυκητιακοί μεταβολίτες έχουν αναγνωριστεί, όμως ορισμένες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διατροφή των παραγωγικών ζώων.

Μεταξύ των σημαντικότερων είναι:

  1. Αφλατοξίνες (Aflatoxins – AF)

Παράγονται κυρίως από είδη του γένους Aspergillus. Η αφλατοξίνη B1 (AFB1) θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική λόγω της υψηλής τοξικότητάς της. Μπορεί να βρεθεί κυρίως σε καλαμπόκι και άλλες ζωοτροφές και επηρεάζει ιδιαίτερα το ήπαρ και το ανοσοποιητικό σύστημα. Έχει επίσης μεγάλη σημασία για την ασφάλεια τροφίμων, επειδή στις γαλακτοπαραγωγές αγελάδες μέρος της AFB1 μπορεί να μετατραπεί σε AFM1 και να περάσει στο γάλα.

  1. Δεοξυνιβαλενόλη (Deoxynivalenol – DON)

Μυκοτοξίνη που συναντάται συχνά σε σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι και ενσιρώματα, γνωστή και ως vomitoxin. Παράγεται κυρίως από μύκητες του γένους Fusarium καθώς σε αυξημένη έκθεση μπορεί να επηρεάσει κυρίως την κατανάλωση τροφής, το πεπτικό σύστημα και την παραγωγική απόδοση. Τα βοοειδή είναι σχετικά ανθεκτικότερα από τους χοίρους, επειδή μέρος της DON μετατρέπεται στη μεγάλη κοιλία.

  1. Ζεαραλενόνη (Zearalenone – ZEN)

Παράγεται επίσης κυρίως από Fusarium και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή έχει οιστρογονική δράση, δηλαδή μπορεί να μιμηθεί σε κάποιο βαθμό τη δράση των οιστρογόνων, επομένως μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική λειτουργία. Γι’ αυτό μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα στις αγελάδες και στις μοσχίδες αναπαραγωγής, καθώς σε σημαντική έκθεση μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική λειτουργία.

  1. Φουμονισίνες (Fumonisins – FUM)

Συναντώνται ιδιαίτερα στο καλαμπόκι και παράγονται από ορισμένα είδη Fusarium. Τα βοοειδή είναι γενικά λιγότερο ευαίσθητα από ορισμένα άλλα είδη ζώων, αλλά υψηλή έκθεση μπορεί να επηρεάσει κυρίως το ήπαρ και τη γενικότερη υγεία και απόδοση.

Τ-2 και HT-2 τοξίνες

Ανήκουν σε μια ομάδα μυκοτοξινών που ονομάζονται τριχοθηκένες. Παράγονται κυρίως από μύκητες Fusarium και μπορούν, ανάλογα με τη δόση, να επηρεάσουν την πρόσληψη τροφής, το πεπτικό – γαστρεντερικό σύστημα και την ανοσολογική λειτουργία.

Ωχρατοξίνη Α (Ochratoxin A – OTA)

Μυκοτοξίνη που μπορεί να εμφανιστεί σε δημητριακά και αποθηκευμένες ζωοτροφές και είναι γνωστή κυρίως για την τοξική της επίδραση στους νεφρούς. Στα ενήλικα μηρυκαστικά ο κίνδυνος είναι συνήθως μικρότερος, επειδή σημαντικό μέρος της μπορεί να αποδομηθεί στη μεγάλη κοιλία.

Οι Αφλατοξίνη (AFB1) και (AFM1), Δεοξυνιβαλενόλη , Ζεαραλενόνη συγκαταλέγονται μεταξύ των μυκοτοξινών που απασχολούν περισσότερο την επιστημονική βιβλιογραφία για τις ζωοτροφές.

Γιατί τα βοοειδή θεωρούνται πιο ανθεκτικά;

Τα βοοειδή παρουσιάζουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με πολλά μονογαστρικά ζώα.

Η μεγάλη κοιλία λειτουργεί ως ένα είδος βιολογικού φίλτρου.

Οι μικροοργανισμοί της μπορούν να μετατρέψουν ή να αποδομήσουν μέρος ορισμένων μυκοτοξινών πριν αυτές φτάσουν στο έντερο και απορροφηθούν.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα ενήλικα μηρυκαστικά θεωρούνται γενικά περισσότερο ανθεκτικά σε ορισμένες μυκοτοξίνες σε σχέση με τους χοίρους και τα πτηνά.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα βοοειδή είναι προστατευμένα από όλες τις μυκοτοξίνες.

Η αποτελεσματικότητα της αποδόμησης διαφέρει σημαντικά ανάλογα με την τοξίνη, ενώ η μεγάλη κοιλία δεν μπορεί πάντοτε να εξουδετερώσει υψηλές ή παρατεταμένες εκθέσεις. Επιπλέον, τα ζώα μπορεί να καταναλώνουν ταυτόχρονα περισσότερες από μία μυκοτοξίνες. Σύγχρονη ανασκόπηση για τα βοοειδή επιβεβαιώνει ότι, παρά την προστατευτική δράση της μεγάλης κοιλίας, η έκθεση μπορεί να συνδέεται με μεταβολικές, ανοσολογικές, πεπτικές και αναπαραγωγικές διαταραχές.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να είναι η χρόνια έκθεση

Οι μυκοτοξίνες δεν προκαλούν πάντοτε μία έντονη και εύκολα αναγνωρίσιμη δηλητηρίαση.

Στην πράξη, ιδιαίτερη σημασία έχει η χρόνια έκθεση σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις.

Το ζώο μπορεί να συνεχίζει να τρώει και να φαίνεται σχετικά φυσιολογικό, αλλά σταδιακά να παρουσιάζει:

μειωμένη κατανάλωση τροφής,

χαμηλότερη ανάπτυξη,

χειρότερη αξιοποίηση του σιτηρεσίου,

πεπτικές διαταραχές,

επιβάρυνση της ηπατικής λειτουργίας,

μειωμένη ανοσολογική απόκριση,

μεγαλύτερη ευαισθησία σε άλλους παράγοντες καταπόνησης,

και, ανάλογα με τη μυκοτοξίνη, προβλήματα αναπαραγωγής.

Ανασκοπήσεις της επιστημονικής βιβλιογραφίας επισημαίνουν ότι οι χρόνιες επιδράσεις των μυκοτοξινών στην ανάπτυξη, στην παραγωγή και στην ανοσολογική λειτουργία μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές οικονομικές απώλειες.

Τι δείχνουν οι έρευνες για την παρουσία τους στις ζωοτροφές;

Μία μεγάλη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση, που δημοσιεύθηκε το 2024 στο Science of the Total Environment, συγκέντρωσε δεδομένα από 97 μελέτες σχετικά με την παρουσία μυκοτοξινών σε ζωοτροφές και συστατικά ζωοτροφών για βοοειδή.

Τα αποτελέσματα έδειξαν παγκόσμια παρουσία:

DON (Δεοξυνιβαλενόλη): περίπου 74%

Ζεαραλενόνη: περίπου 70%

Φουμονισίνες: περίπου 65%

Αφλατοξίνες: περίπου 59%

T-2/HT-2: περίπου 45%

Ωχρατοξίνη Α: περίπου 31%

Τα ποσοστά αυτά δεν σημαίνουν ότι όλα τα θετικά δείγματα βρίσκονταν σε επικίνδυνες συγκεντρώσεις. Δείχνουν όμως πόσο συχνή μπορεί να είναι η παρουσία μυκοτοξινών στην αλυσίδα των ζωοτροφών και γιατί ο εργαστηριακός έλεγχος έχει ιδιαίτερη σημασία.

Αφλατοξίνη B1: ιδιαίτερη προσοχή

Η Αφλατοξίνη AFB1 αποτελεί μία από τις περισσότερο μελετημένες μυκοτοξίνες.

Παράγεται κυρίως από Aspergillus flavus και Aspergillus parasiticus και παρουσιάζει ισχυρή ηπατοτοξική δράση.

Η χρόνια έκθεση μπορεί να επηρεάσει: α) την ηπατική λειτουργία, β) την ανοσολογική απόκριση, γ) την πρόσληψη και αξιοποίηση των θρεπτικών συστατικών, δ) τελικά την παραγωγική απόδοση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ότι στα γαλακτοπαραγωγά ζώα μέρος της AFB1 μπορεί να μετατραπεί σε αφλατοξίνη M1 (AFM1) και να εμφανιστεί στο γάλα, γεγονός που καθιστά τις αφλατοξίνες ζήτημα όχι μόνο ζωικής υγείας αλλά και ασφάλειας τροφίμων.

Ζεαραλενόνη και αναπαραγωγή

Η ζεαραλενόνη (ZEN) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις αγελάδες αναπαραγωγής λόγω της οιστρογονικής της δράσης.

Η χημική της δομή της επιτρέπει να αλληλεπιδρά με τους υποδοχείς οιστρογόνων.

Υψηλή ή παρατεταμένη έκθεση μπορεί, ανάλογα με τις συνθήκες, να συνδεθεί με διαταραχές της φυσιολογικής αναπαραγωγικής λειτουργίας.

Για τον βοοτρόφο αυτό σημαίνει ότι, όταν εμφανίζονται ανεξήγητα προβλήματα αναπαραγωγής σε συνδυασμό με ύποπτες ζωοτροφές, η ποιότητα και η πιθανή επιβάρυνση του σιτηρεσίου δεν πρέπει να παραβλέπονται.

Πότε αυξάνεται ο κίνδυνος;

Οι μύκητες και οι μυκοτοξίνες μπορούν να αποτελέσουν πρόβλημα τόσο στο χωράφι όσο και κατά την αποθήκευση.

Παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο είναι:

υψηλή θερμοκρασία και ξηρασία σε κρίσιμα στάδια της καλλιέργειας,

υψηλή υγρασία και βροχοπτώσεις,

προσβολές του φυτού από έντομα ή ασθένειες,

καθυστερημένη συγκομιδή,

τραυματισμένοι καρποί,

αποθήκευση δημητριακών με ακατάλληλη υγρασία,

ανεπαρκής αερισμός,

κακή συμπίεση ή στεγανοποίηση του ενσιρώματος,

είσοδος αέρα στο σιλό,

θέρμανση και αλλοίωση της ζωοτροφής μετά το άνοιγμα.

Σημαντικό είναι ότι διαφορετικοί μύκητες ευνοούνται από διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες. Η μετα-ανάλυση του 2024, για παράδειγμα, βρήκε μεγαλύτερη παρουσία αφλατοξινών σε θερμότερα και ξηρότερα κλίματα, ενώ η DON παρουσίαζε μεγαλύτερη παρουσία σε ψυχρότερες και υγρότερες συνθήκες.

Μούχλα δεν σημαίνει απαραίτητα μυκοτοξίνες – και το αντίστροφο

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα σημεία που πρέπει να γνωρίζει ο παραγωγός.

Μύκητας ≠ μυκοτοξίνη.

Ο μύκητας είναι ο μικροοργανισμός. Η μυκοτοξίνη είναι ένας τοξικός μεταβολίτης που μπορεί να παραχθεί από συγκεκριμένους μύκητες υπό κατάλληλες συνθήκες.

Επομένως: Ορατή μούχλα → προειδοποιητικό σημάδι, αλλά όχι μέτρηση μυκοτοξινών.

και: Καμία ορατή μούχλα → δεν εγγυάται απουσία μυκοτοξινών.

Για να γνωρίζουμε πραγματικά τι συμβαίνει απαιτείται αντιπροσωπευτική δειγματοληψία και εργαστηριακή ανάλυση.

Η σωστή δειγματοληψία είναι καθοριστική

Οι μυκοτοξίνες δεν κατανέμονται πάντοτε ομοιόμορφα σε μία παρτίδα ζωοτροφής.

Μπορεί να υπάρχουν σημεία με υψηλή συγκέντρωση και άλλα με πολύ χαμηλότερη.

Αυτό σημαίνει ότι ένα μικρό δείγμα από ένα μόνο σημείο μπορεί να μην αντιπροσωπεύει σωστά ολόκληρη την παρτίδα.

Η αξιοπιστία της εργαστηριακής ανάλυσης ξεκινά επομένως πριν το δείγμα φτάσει στο εργαστήριο.

Χρειάζεται λήψη πολλών επιμέρους δειγμάτων από διαφορετικά σημεία, δημιουργία αντιπροσωπευτικού σύνθετου δείγματος και σωστή αποθήκευση και μεταφορά του.

Τι πρέπει να ελέγχει ο βοοτρόφος;

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε ζωοτροφές όπως: καλαμπόκι και προϊόντα καλαμποκιού, κριθάρι, σιτάρι, ενσιρώματα, σανός και άλλες χονδροειδείς ζωοτροφές, υποπροϊόντα δημητριακών.

Ο έλεγχος γίνεται ακόμη σημαντικότερος όταν:

υπάρχει εμφανής μούχλα,

η ζωοτροφή έχει θερμανθεί,

υπάρχει ασυνήθιστη οσμή,

η παρτίδα αποθηκεύτηκε σε υψηλή υγρασία,

υπήρξαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες στην καλλιέργεια,

μειώνεται ανεξήγητα η κατανάλωση τροφής,

πέφτει η παραγωγική απόδοση,

ή εμφανίζονται προβλήματα υγείας ή αναπαραγωγής χωρίς σαφή αιτία.

Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις μυκοτοξίνες με δεσμευτικά;

Στην αγορά υπάρχουν διάφορα προϊόντα που χαρακτηρίζονται γενικά ως δεσμευτικά ή αδρανοποιητές μυκοτοξινών.

Χρειάζεται όμως προσοχή. Δεν υπάρχει ένα προϊόν που να δεσμεύει εξίσου αποτελεσματικά όλες τις μυκοτοξίνες.

Ορισμένα προσροφητικά υλικά μπορούν να είναι αποτελεσματικότερα έναντι συγκεκριμένων τοξινών, ιδιαίτερα ορισμένων αφλατοξινών, ενώ άλλες μυκοτοξίνες παρουσιάζουν διαφορετικές χημικές ιδιότητες και απαιτούν διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισης.

Η επιστημονική βιβλιογραφία εξετάζει φυσικές, χημικές, βιολογικές και διατροφικές μεθόδους περιορισμού των μυκοτοξινών, αλλά καθεμία παρουσιάζει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα και περιορισμούς.

Γι’ αυτό: το μυκοδεσμευτικό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της σωστής παραγωγής, αποθήκευσης, δειγματοληψίας και ανάλυσης των ζωοτροφών.

Πρόληψη: η αποτελεσματικότερη στρατηγική

Η αντιμετώπιση των μυκοτοξινών πρέπει να ξεκινά πριν η μολυσμένη ζωοτροφή φτάσει στην ταΐστρα.

Βασικά μέτρα είναι:

  1. Έλεγχος της καλλιέργειας

Περιορισμός των παραγόντων που ευνοούν μυκητολογικές προσβολές και σωστή χρονική στιγμή συγκομιδής.

  1. Σωστή αποθήκευση δημητριακών

Έλεγχος υγρασίας, θερμοκρασίας και αερισμού.

  1. Σωστή παραγωγή ενσιρώματος

Κατάλληλη ξηρά ουσία, καλή συμπίεση και γρήγορος αποκλεισμός του οξυγόνου.

  1. Έλεγχος του σιλό μετά το άνοιγμα

Περιορισμός της θέρμανσης και της αερόβιας αλλοίωσης.

  1. Αντιπροσωπευτική δειγματοληψία

Χωρίς σωστό δείγμα, ακόμη και η καλύτερη εργαστηριακή μέθοδος μπορεί να δώσει παραπλανητική εικόνα.

  1. Εργαστηριακή ανάλυση όταν υπάρχει κίνδυνος

Ιδιαίτερα σε ύποπτες παρτίδες ή όταν υπάρχουν ανεξήγητα προβλήματα στο κοπάδι.

  1. Προσθήκη μυκοδεσμευτικού στα φυράματα

Τι δείχνει συνολικά η επιστημονική έρευνα;

Οι σύγχρονες ανασκοπήσεις καταλήγουν σε ένα σημαντικό συμπέρασμα: τα βοοειδή διαθέτουν μεγαλύτερη φυσική ικανότητα αντιμετώπισης ορισμένων μυκοτοξινών χάρη στη μεγάλη κοιλία, αλλά αυτό δεν τα καθιστά άτρωτα.

Η ταυτόχρονη παρουσία διαφορετικών μυκοτοξινών, η διάρκεια της έκθεσης, η συγκέντρωση, η ηλικία και η φυσιολογική κατάσταση του ζώου, η σύνθεση του σιτηρεσίου και η κατάσταση της μεγάλης κοιλίας μπορούν να επηρεάσουν την τελική απόκριση.

Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο ερώτημα: «Υπάρχει μυκοτοξίνη;»

Αλλά πρέπει να εξετάζεται: «Ποια μυκοτοξίνη υπάρχει, σε ποια συγκέντρωση, σε ποια ζωοτροφή, πόσο καταναλώνει το ζώο και για πόσο χρονικό διάστημα εκτίθεται;»

Συμπέρασμα

Οι μυκοτοξίνες αποτελούν έναν κρυφό αλλά πραγματικό κίνδυνο για μία εκτροφή βοοειδών, την ποιότητα του κρέατος και μέσω την υγεία των καταναλωτών.

Το γεγονός ότι τα μηρυκαστικά μπορούν να αποδομήσουν μέρος ορισμένων μυκοτοξινών στη μεγάλη κοιλία δεν σημαίνει ότι η ποιότητα των ζωοτροφών μπορεί να παραμελείται.

Η χρόνια έκθεση μπορεί να εκδηλωθεί όχι απαραίτητα ως οξεία δηλητηρίαση, αλλά ως μειωμένη πρόσληψη τροφής, χαμηλότερη ανάπτυξη και παραγωγικότητα, διαταραχές της ανοσολογικής λειτουργίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναπαραγωγικά προβλήματα.

Η καλύτερη στρατηγική επομένως παραμένει:

πρόληψη → σωστή αποθήκευση → αντιπροσωπευτική δειγματοληψία → εργαστηριακός έλεγχος → σωστή διαχείριση του σιτηρεσίου.

Οι μυκοτοξίνες δεν φαίνονται πάντοτε στην ταΐστρα, αλλά οι συνέπειές τους μπορούν να φανούν στην απόδοση ολόκληρου του κοπαδιού.

ΠΗΓΗ: Ελληνικός μόσχος

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

 

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών.