δφσφσφ

Σημαντικές αποκλίσεις στην πορεία ανάκαμψης των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά την πανδημία αποκαλύπτουν τα νεότερα περιφερειακά στοιχεία της Eurostat.

Μόλις 46 από τις 244 περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν χαμηλότερο πραγματικό ΑΕΠ το 2024 σε σχέση με το 2019,  με τη Δυτική Μακεδονία να καταγράφει τη δεύτερη μεγαλύτερη μείωση στην ΕΕ, μετά την περιοχή Yugoiztochen της Βουλγαρίας. Στον αντίποδα, η οικονομία της Ιρλανδίας και της Μάλτας εμφανίζει ισχυρή άνοδο.

Μεταξύ του 2019, του τελευταίου έτους πριν από την πανδημία COVID-19, και του 2024, το πραγματικό ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκε συνολικά κατά 5,6%. Ωστόσο, η ανάπτυξη δεν ήταν ομοιόμορφη: από τις 244 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, οι 197 εμφάνισαν υψηλότερη οικονομική δραστηριότητα το 2024 σε σχέση με το 2019, ενώ 46 κατέγραψαν υποχώρηση και μία παρέμεινε αμετάβλητη.

Στην αρνητική πλευρά της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται η Δυτική Μακεδονία, με μείωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 18% μέσα στην πενταετία. Συγκεκριμένα, η επίδοση αυτή είναι η δεύτερη χειρότερη μεταξύ των περιφερειών της ΕΕ, πίσω μόνο από την Yugoiztochen της Βουλγαρίας, όπου η πτώση έφτασε το 20,5%. Ακολουθούν το Groningen της Ολλανδίας με -14%, η Sud-Muntenia της Ρουμανίας με -13,5% και η Sud-Vest Oltenia, επίσης στη Ρουμανία, με -11,3%.

Η Δυτική Μακεδονία αποκλίνει από την ευρωπαϊκή ανάκαμψη

Η μείωση κατά 18% αποτυπώνει την απόσταση που έχει διαμορφωθεί ανάμεσα στην οικονομική πορεία της Δυτικής Μακεδονίας και στη γενικότερη τάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ώρα που η ευρωπαϊκή οικονομία παρήγαγε το 2024 περισσότερο προϊόν σε πραγματικούς όρους από ό,τι πριν από την πανδημία, η συγκεκριμένη ελληνική περιφέρεια δεν είχε επιστρέψει στο επίπεδο του 2019.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της παραγωγικής διάρθρωσης της περιοχής. Για δεκαετίες, η οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εξόρυξη λιγνίτη, στους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής και στις δραστηριότητες που συνδέονται με την ενέργεια. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έχει επισημάνει ότι η σταδιακή απομάκρυνση από τον λιγνίτη δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για την περιφερειακή παραγωγή, την απασχόληση και τα εισοδήματα.

Η μετάβαση σε ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο δεν αφορά μόνο τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Επηρεάζει ένα ευρύτερο δίκτυο οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως εργολαβίες, μεταφορές, τεχνικές υπηρεσίες, εμπορικές επιχειρήσεις και άλλες επιχειρήσεις που εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από την ενεργειακή δραστηριότητα.

Η απολιγνιτοποίηση αποτελεί, επομένως, σημαντικό μέρος του οικονομικού πλαισίου μέσα στο οποίο εξελίσσεται η περιφέρεια. Ωστόσο, το ποσοστό -18% της Eurostat είναι συνολική μέτρηση της μεταβολής του ΑΕΠ και δεν αποδίδει από μόνο του ολόκληρη την πτώση σε έναν συγκεκριμένο παράγοντα.

Οι περιφέρειες που ξεπέρασαν περισσότερο τα προ πανδημίας επίπεδα

Στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται η περιφέρεια Eastern and Midland της Ιρλανδίας, όπου το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 38% μεταξύ 2019 και 2024. Η ίδια περιφέρεια κατέγραψε και το υψηλότερο ΑΕΠ ανά κάτοικο στην ΕΕ το 2024.

Ισχυρή άνοδο εμφάνισαν και οι άλλες δύο ιρλανδικές περιφέρειες: η Northern and Western σημείωσε αύξηση 36,4%, τη δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ, ενώ η Southern ενισχύθηκε κατά 26%, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση.

Εκτός Ιρλανδίας, τις μεγαλύτερες αυξήσεις κατέγραψαν: η Bucureşti-Ilfov, Ρουμανία: +33%, .Μάλτα: +32,9% και Μαγιότ, Γαλλία: +32,1%.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν πόσο διαφορετικές ήταν οι οικονομικές επιδόσεις των ευρωπαϊκών περιφερειών στην ίδια περίοδο. Οι παράγοντες που επηρεάζουν κάθε οικονομία διαφέρουν, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχουν η παραγωγική σύνθεση, οι επενδύσεις και η συγκέντρωση οικονομικών δραστηριοτήτων σε συγκεκριμένες περιοχές.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι σχεδόν όλες οι περιφέρειες πρωτευουσών της ΕΕ εμφάνισαν αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας. Η μοναδική εξαίρεση ήταν το Helsinki-Uusimaa της Φινλανδίας, όπου το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 1,9% στην ίδια πενταετία.

Τι σημαίνει η πτώση του ΑΕΠ για την τοπική οικονομία

Η υποχώρηση του πραγματικού ΑΕΠ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το εισόδημα κάθε κατοίκου μειώθηκε κατά 18% ή ότι όλες οι επιχειρήσεις της Δυτικής Μακεδονίας κατέγραψαν αντίστοιχη πτώση του τζίρου τους. Το ΑΕΠ μετρά τη συνολική οικονομική παραγωγή μιας περιοχής και όχι άμεσα την αγοραστική δύναμη κάθε νοικοκυριού.

Παράλληλα, η εξέλιξη του συνολικού ΑΕΠ διαφέρει από εκείνη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, καθώς το δεύτερο επηρεάζεται και από τις πληθυσμιακές μεταβολές. Για να αποτυπωθεί πληρέστερα η οικονομική κατάσταση της Δυτικής Μακεδονίας, απαιτείται συνεξέταση των στοιχείων για την απασχόληση, τις επενδύσεις, τα εισοδήματα και την πληθυσμιακή εξέλιξη.

Το βασικό συμπέρασμα της Eurostat, πάντως, είναι σαφές: ενώ η πλειονότητα των περιφερειών της ΕΕ είχε ξεπεράσει το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας του 2019 έως το 2024, η Δυτική Μακεδονία εξακολουθούσε να βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα. Η πρόκληση για την περιοχή είναι πλέον η δημιουργία νέας παραγωγικής δραστηριότητας, ικανής να αντισταθμίσει τις απώλειες από τη συρρίκνωση του παραδοσιακού ενεργειακού μοντέλου και να στηρίξει μια διατηρήσιμη οικονομική ανάκαμψη.

Δυτική Μακεδονία: Η οικονομία συρρικνώνεται,

Ο αγροτικός τομέας αποτελεί έναν από τους διαθέσιμους πυλώνες για τη διαφοροποίηση της οικονομίας στη Δυτική Μακεδονία. Σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, η απογραφή γεωργίας και κτηνοτροφίας της ΕΛΣΤΑΤ, με έτος αναφοράς το 2020, κατέγραψε μείωση της χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης κατά 15,7% σε σύγκριση με το 2009. Η αντίστοιχη μείωση σε εθνικό επίπεδο ήταν 18,8%. Η μέση χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση ανά εκμετάλλευση στη Δυτική Μακεδονία ανερχόταν σε 124 στρέμματα, έναντι 53,8 στρεμμάτων πανελλαδικά.

Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν ότι η περιφέρεια διαθέτει κατά μέσο όρο μεγαλύτερες γεωργικές εκμεταλλεύσεις από την υπόλοιπη χώρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες είναι οικονομικά βιώσιμες ή επαρκώς εκσυγχρονισμένες. Η μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, το κόστος παραγωγής και οι δυσκολίες πρόσβασης στις αγορές παραμένουν παράγοντες που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Σημαντική είναι η παραγωγή μήλων, κερασιών, ροδάκινων και νεκταρινιών, καθώς και οσπρίων, πατάτας, σιτηρών, γαλακτοκομικών προϊόντων και κρασιού. Ξεχωριστή θέση έχουν τα φασόλια των Πρεσπών και ο Κρόκος Κοζάνης, ενώ τα κρασιά της περιοχής του Αμυνταίου έχουν ήδη συνδέσει την τοπική παραγωγή με την τυποποίηση και την εμπορική αξιοποίηση ενός προϊόντος υψηλής αναγνωρισιμότητας.

Ενδεικτικά, στοιχεία ΟΣΔΕ για το 2025 που δημοσιοποιήθηκαν σε τοπικό δημοσίευμα καταγράφουν στην Περιφερειακή Ενότητα Καστοριάς 1.229,26 εκτάρια δηλωμένων εκτάσεων με μήλα, στην Κοζάνη 1.033,93 εκτάρια και στη Φλώρινα 178,46 εκτάρια. Στην Κοζάνη δηλώθηκαν επίσης 530,23 εκτάρια με κεράσια, ενώ στη Φλώρινα 226,77 εκτάρια. Τα στοιχεία αφορούν τις συγκεκριμένες καλλιέργειες και τις δηλωμένες εκτάσεις του ΟΣΔΕ, όχι το σύνολο της γεωργικής παραγωγής ή την αξία των πωλήσεων κάθε περιοχής. <Cite refs=

Πώς μπορεί ο πρωτογενής τομέας να συμβάλει στην ανάκαμψη

Η προοπτική δεν βρίσκεται μόνο στην αύξηση της παραγωγής, αλλά κυρίως στην αύξηση της αξίας που παραμένει στην τοπική οικονομία. Η πώληση ενός προϊόντος ως πρώτη ύλη αποφέρει συνήθως μικρότερο μέρος της τελικής εμπορικής αξίας στον παραγωγό σε σχέση με ένα προϊόν που έχει διαλογή, συσκευασία, πιστοποίηση, μεταποίηση και οργανωμένο δίκτυο πωλήσεων.

Για τη Δυτική Μακεδονία, οι βασικές δυνατότητες ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα είναι οι εξής:

1. Μεταποίηση και τυποποίηση κοντά στον τόπο παραγωγής. Η δημιουργία ή ο εκσυγχρονισμός μονάδων διαλογής, ψύξης, συσκευασίας και μεταποίησης φρούτων μπορεί να περιορίσει τις απώλειες, να επιμηκύνει την περίοδο εμπορίας και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας πέρα από την εποχική συγκομιδή. Η ίδια λογική μπορεί να εφαρμοστεί στα όσπρια, στα γαλακτοκομικά και στα αρωματικά φυτά.

2. Συνεργασία παραγωγών και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση. Οι οργανώσεις παραγωγών και οι συνεταιρισμοί μπορούν να συγκεντρώνουν μεγαλύτερες ποσότητες, να διαπραγματεύονται καλύτερες εμπορικές συμφωνίες και να οργανώνουν κοινές επενδύσεις σε αποθήκευση, συσκευασία και προώθηση. Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται για το 2024, στη Δυτική Μακεδονία λειτουργούσαν επτά οργανώσεις παραγωγών στον τομέα των οπωροκηπευτικών.

3. Εξαγωγές και πιστοποιημένα προϊόντα. Τα μήλα, τα κεράσια, τα όσπρια, ο Κρόκος Κοζάνης και τα κρασιά μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπορική αξία μέσα από συστηματική προβολή, σταθερή ποιότητα, ιχνηλασιμότητα και συμβόλαια με αγοραστές. Η αναγνωρισιμότητα ενός τοπικού προϊόντος δεν αρκεί από μόνη της: χρειάζονται επαρκείς ποσότητες, συνεπής παράδοση, ανταγωνιστικό κόστος και οργανωμένη εμπορική παρουσία.

4. Νέες καλλιεργητικές πρακτικές και καλύτερη διαχείριση νερού. Ο εκσυγχρονισμός των αρδευτικών υποδομών, η μείωση των απωλειών νερού και η αξιοποίηση τεχνολογιών ακριβούς γεωργίας μπορούν να βοηθήσουν τους παραγωγούς να περιορίσουν το κόστος και να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις των ακραίων καιρικών συνθηκών. Η ανάγκη βελτίωσης της διαχείρισης των υδατικών πόρων περιλαμβάνεται και στις αναπτυξιακές προτεραιότητες του προγράμματος «Δυτική Μακεδονία» του ΕΣΠΑ 2021-2027.

5. Σύνδεση αγροτικής παραγωγής, μεταποίησης και τουρισμού. Οι επισκέψιμοι αμπελώνες, οι τοπικές γαστρονομικές διαδρομές, οι επισκέψεις σε παραγωγούς και η προβολή των παραδοσιακών προϊόντων μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετα έσοδα. Η δυνατότητα αυτή αφορά ιδιαίτερα περιοχές με ήδη αναγνωρίσιμα προϊόντα και φυσικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον, αλλά προϋποθέτει συνεργασία επιχειρήσεων, υποδομές και οργανωμένη προβολή.

Χρηματοδότηση και προϋποθέσεις

Η χρηματοδότηση είναι απαραίτητη, αλλά από μόνη της δεν εξασφαλίζει την ανάκαμψη. Το εγκεκριμένο πρόγραμμα ΕΣΠΑ «Δυτική Μακεδονία 2021-2027» έχει συνολικό προϋπολογισμό περίπου 394,1 εκατ. ευρώ και στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην ανταγωνιστικότητα, στην εξωστρέφεια, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη βιώσιμη ανάπτυξη. Το ποσό αυτό αφορά το συνολικό περιφερειακό πρόγραμμα και δεν αποτελεί αποκλειστικά κονδύλι για τον πρωτογενή τομέα.

Για να μετατραπούν οι δυνατότητες της αγροτικής παραγωγής σε μετρήσιμη οικονομική ανάκαμψη, απαιτείται οι ενισχύσεις να συνδέονται με επενδύσεις που βελτιώνουν την παραγωγικότητα και τις πωλήσεις: σύγχρονο εξοπλισμό, αποθήκευση, μεταποίηση, πιστοποίηση, εξαγωγές, κατάρτιση και προσέλκυση νέων ανθρώπων στο επάγγελμα. Παράλληλα, χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι οι μικρότερες εκμεταλλεύσεις και οι παραγωγοί που δεν διαθέτουν εύκολη πρόσβαση σε χρηματοδότηση μπορούν να συμμετέχουν σε συλλογικά σχήματα.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο πρωτογενής τομέας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μέρος της νέας παραγωγικής ταυτότητας της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά δύσκολα θα υποκαταστήσει μόνος του την οικονομική δραστηριότητα που χάθηκε από την ενεργειακή βιομηχανία. Η μεγαλύτερη προοπτική βρίσκεται στη σύνδεση γεωργίας, κτηνοτροφίας, μεταποίησης, εμπορίου και εξαγωγών, ώστε μεγαλύτερο μέρος της αξίας των τοπικών προϊόντων να παράγεται και να παραμένει στην περιοχή.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

 

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών.