φφδγδ

Η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Αβγού και Προϊόντων Αβγού (Ε.Δ.Ο.Α.Π.Α.) αποτελεί πλέον έναν θεσμικά αναγνωρισμένο και κρίσιμο συνομιλητή για τον κλάδο της αβγοπαραγωγής στη χώρα. Όπως αναφέρει ο γενικός διευθυντής της Ε.Δ.Ο.Α.Π.Α. κ. Γιάννης Λιάρος στη συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή «Αγροτική Ανάπτυξη» στο T-Press Web TV, η Οργάνωση αναγνωρίστηκε επισήμως τον Οκτώβριο του 2022, ενώ το 2023 έγινε σημαντική διεύρυνση της εκπροσώπησής της, με αποτέλεσμα να εκπροσωπεί σήμερα η Ε.Δ.Ο.Α.Π.Α. πάνω από το 50% των εταιρειών παραγωγής, εμπορίας και μεταποίησης του αβγού.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Λιάρος, η έλλειψη επικαιροποιημένου μητρώου αβγοπαραγωγών στην Ελλάδα συνιστά διαχρονική αδυναμία του συστήματος, καθώς δεν επιτρέπει απόλυτη βεβαιότητα για το ποιοι και πόσοι δραστηριοποιούνται ενεργά στον κλάδο. Πρόκειται, όπως τονίζει, για ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί το επόμενο διάστημα, καθώς στερεί από το σύνολο του κλάδου τη δυνατότητα να αξιοποιηθούν πλήρως τα θεσμικά εργαλεία.

Η ενωσιακή και εθνική νομοθεσία –και ειδικότερα το πλαίσιο του 2019– καθιστά τις διεπαγγελματικές οργανώσεις ιδιαίτερα ισχυρούς θεσμούς. Σύμφωνα με τον κ. Λιάρο, οι οργανώσεις αυτές δεν εκπροσωπούν έναν κλάδο γενικά, αλλά ένα συγκεκριμένο προϊόν, γεγονός που εξηγεί και την ύπαρξη διαφορετικής διεπαγγελματικής ένωσης για την πτηνοτροφία κρεατοπαραγωγής και διαφορετικής διεπαγγελματικής για το αβγό.

«Όταν μια διεπαγγελματική εκπροσωπεί πολύ υψηλά ποσοστά της παραγωγής, της εμπορίας και της μεταποίησης, τονίζει ο κ. Λιάρος, μπορεί να λειτουργεί σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές ως συνδιαμορφωτής των κανόνων της αγοράς, λαμβάνοντας αποφάσεις που δεσμεύουν το σύνολο των δραστηριοποιούμενων, είτε είναι μέλη είτε όχι».

Παράνομες ελληνοποιήσεις

Σε ό,τι αφορά τα βασικά προβλήματα του κλάδου, ο γενικός διευθυντής της Ε.Δ.Ο.Α.Π.Α. αναφέρεται καταρχάς στη δραματική μείωση του ζωικού κεφαλαίου αβγοπαραγωγής κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, από το 2010 έως το 2019. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απώλεια περίπου 40% του ζωικού κεφαλαίου, εξέλιξη που είχε διπλή επίπτωση: αφενός την αδυναμία κάλυψης της εγχώριας ζήτησης αποκλειστικά από την ελληνική παραγωγή και αφετέρου τη δημιουργία πρόσφορου εδάφους για παράνομες πρακτικές στην αγορά.

Όπως εξηγεί ο κ. Λιάρος, η αυξημένη ζήτηση καλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα αβγά, τα οποία όμως δεν διακινούνταν πάντα ως εισαγόμενα. Το φαινόμενο των παράνομων εισαγωγών, των «ελληνοποιήσεων» και των αναβαθμίσεων αβγών παραμένει σοβαρό πρόβλημα.

«Εισάγονταν αβγά κλωβοστοιχίας και πωλούνταν ως ελληνικά αβγά αχυρώνα ή ελευθέρας βοσκής, καταγγέλλει ο κ. Λιάρος. Και παρά τα επανειλημμένα αιτήματα του κλάδου και την υποχρέωση εγγραφής στο σύστημα “Άρτεμις” από το 2021, η συμμόρφωση παραμένει ελλιπής, ενώ η απουσία επικαιροποιημένου μητρώου δυσχεραίνει τον ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς».

Αβγά εκτός κλωβού

Την ίδια στιγμή, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα, αντικειμενική πρόκληση: τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για κατάργηση της εκτροφής σε κλωβούς. Λόγω αυτών των κατευθύνσεων, όλο και περισσότερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ στρέφονται σε αβγά εκτός κλωβού, με ορισμένες να έχουν αποσύρει πλήρως τα αβγά κλωβοστοιχίας από τα ράφια τους. Το γεγονός αυτό δημιουργεί έντονη ανισορροπία, καθώς σήμερα περίπου το 75% της ελληνικής παραγωγής προέρχεται από αβγά κλωβού, ενώ μόλις το 20-25% αφορά αβγά αχυρώνα, ελευθέρας βοσκής και βιολογικά αβγά.

Πώς όμως μπορεί να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση; Η απάντηση, όπως υπογραμμίζει ο κ. Λιάρος, δεν μπορεί να είναι η εισαγωγή αβγών και η παραπλανητική διάθεσή τους ως ελληνικών αβγών άλλης μορφής εκτροφής. Το ζήτημα αφορά πλέον όχι μόνο τους ελέγχους, αλλά και το συνολικό μετασχηματισμό της εγχώριας παραγωγής.

«Δεν μιλάμε απλώς για αλλαγή, τονίζει ο κ. Λιάρος, αλλά για έναν πραγματικό σεισμό. Πρόκειται για μια μετάβαση που απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε έναν κλάδο που έχει ήδη δοκιμαστεί σκληρά, καθιστώντας αναγκαία την ουσιαστική στήριξη, ώστε να διασφαλιστεί τόσο η βιωσιμότητα των παραγωγών όσο και η επάρκεια αβγού στην αγορά».

Ουσιαστική οικονομική στήριξη

Ο κ. Γιάννης Λιάρος επισημαίνει ότι τα προβλήματα του κλάδου δεν εξελίσσονται με γραμμικό τρόπο, ώστε να επιλύεται το ένα και να ακολουθεί το επόμενο. Αντιθέτως, εκδηλώνονται ταυτόχρονα και αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους.

Από τη μία πλευρά, ο κλάδος καλείται να αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες που συσσωρεύτηκαν επί δεκαετίες και, από την άλλη, βρίσκεται αντιμέτωπος με μεγάλες θεσμικές και αγοραίες εξελίξεις, όπως είναι η προαναφερθείσα πρόθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κατάργηση των κλωβών, η οποία φαίνεται ότι θα υλοποιηθεί τα επόμενα χρόνια.

Ο γενικός διευθυντής της Ε.Δ.Ο.Α.Π.Α. υπογραμμίζει ότι ο κλάδος της αβγοπαραγωγής δεν έχει τύχει ουσιαστικής οικονομικής στήριξης τα προηγούμενα χρόνια. Ένα πάγιο αίτημα της Οργάνωσης είναι η ουσιαστική ένταξη της αβγοπαραγωγής στον αναπτυξιακό νόμο, καθώς το καθαρά παραγωγικό σκέλος παραμένει διαχρονικά από τα πλέον αδικημένα. Η έλλειψη χρηματοδοτικών εργαλείων για επενδύσεις στην παραγωγή δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την αναγκαία μετάβαση σε νέες μορφές εκτροφής, ιδιαίτερα σε έναν κλάδο που ήδη έχει δοκιμαστεί έντονα από την οικονομική κρίση.

Μακροπρόθεσμη στρατηγική

Παράλληλα, ο κ. Λιάρος ασκεί κριτική στη διαχρονική αντιμετώπιση του πρωτογενούς τομέα από την πολιτεία. Όπως σημειώνει, η παραγωγή δεν έχει προτεραιοποιηθεί όσο θα έπρεπε, ούτε στο παρελθόν ούτε τα τελευταία χρόνια, ενώ συχνά αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και χωρίς σαφή μακροπρόθεσμη στρατηγική. Η απουσία ενός συνεκτικού σχεδιασμού γίνεται εμφανής από τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται πολιτικές χωρίς συνολικό όραμα για το μέλλον της παραγωγής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με τον κ. Λιάρο, είναι η έμφαση που δίνεται συχνά στη μεταποίηση μέσω αναπτυξιακών νόμων, χωρίς να λαμβάνεται επαρκώς υπόψη η επάρκεια της πρώτης ύλης. «Τι θα μεταποιήσουμε, αν δεν έχουμε αντίστοιχη πρωτογενή παραγωγή; αναρωτιέται ο κ. Λιάρος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

Όπως επισημαίνει, η πολιτική ηγεσία καλείται να επαναπροσδιορίσει τους στόχους της για τον πρωτογενή τομέα, να διορθώσει λάθη του παρελθόντος και να εξετάσει αν και πώς μπορεί να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος, τη στιγμή που ο ανταγωνισμός τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο εντείνεται, ενώ το ζήτημα της επισιτιστικής ασφάλειας παραμένει ανοιχτό.

Κουλτούρα κατανάλωσης

Ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο παρέμβασης αφορά, κατά τον κ. Λιάρο, την κουλτούρα κατανάλωσης. Η ύπαρξη λειτουργικού και αξιόπιστου μητρώου συνδέεται όχι μόνο με την ιχνηλασιμότητα και τους ελέγχους, αλλά και με τη δυνατότητα του καταναλωτή να γνωρίζει τι ακριβώς αγοράζει.

Αν και ορισμένα βασικά στοιχεία –όπως η ένδειξη «EL» για την ελληνική προέλευση και ο αριθμός που υποδηλώνει τον τρόπο εκτροφής– είναι σχετικά γνωστά, οι περισσότεροι καταναλωτές αγνοούν τη σημασία των υπόλοιπων κωδικών που αναγράφονται πάνω στο αβγό. Η δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες μέσω του μητρώου θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαφάνεια και να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο συνειδητής καταναλωτικής συμπεριφοράς, η οποία με τη σειρά της θα στηρίξει την εγχώρια παραγωγή.

Τέλος, ο γενικός διευθυντής της Ε.Δ.Ο.Α.Π.Α. επισημαίνει ότι, παρά το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται από άλλες χώρες για εισαγωγή ελληνικών αβγών, η Ελλάδα δεν έχει ακόμη καταφέρει να καλύψει πλήρως τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εξαγωγές παραμένουν περιορισμένες, με αποτέλεσμα να χάνεται μια σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία για τον κλάδο. «Όταν δεν καλύπτεις πρώτα την εσωτερική ζήτηση, δεν μπορείς να μιλάς ουσιαστικά για εξαγωγές» λέει αποφθεγματικά ο κ. Λιάρος.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

 

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών.