ladi

Σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική χρονιά εισέρχεται η διεθνής αγορά ελαιολάδου για την περίοδο 2026/2027, με τις μεγάλες παραγωγικές χώρες της Μεσογείου να εμφανίζουν διαφορετικές τάσεις. Η Τουρκία προετοιμάζεται για μια πολύ καλή χρονιά από πλευράς παραγωγής ελιάς, η Ισπανία αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την παραγωγή ελαιολάδου, ενώ η Τυνησία προβλέπει αισθητή υποχώρηση μετά την εξαιρετική περσινή συγκομιδή.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική παραγωγή εκτιμάται ότι θα κινηθεί μεταξύ 280.000 και 330.000 τόνων, με τις τελικές ποσότητες να εξαρτώνται από την εξέλιξη της συγκομιδής και τις αποδόσεις των ελαιοκάρπων σε λάδι.

Η εικόνα αυτή διαμορφώνει ένα δύσκολο εμπορικό περιβάλλον, καθώς η αύξηση της προσφοράς από ορισμένες χώρες μπορεί να ασκήσει πιέσεις στις διεθνείς τιμές, ενώ οι εξαγωγικές επιδόσεις και η ανταγωνιστικότητα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε στις 3 Νοεμβρίου 2026 το διεθνές αγροτικό μέσο Mundus Agri, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σημαντικό παράδοξο: ενώ αναμένει μεγάλη αύξηση της παραγωγής, χάνει μερίδια στις διεθνείς αγορές και βλέπει τις εξαγωγές ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς να υποχωρούν.

Τουρκία: Άλμα στην παραγωγή, αλλά πτώση στις εξαγωγές

Σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση παραγωγής του Τουρκικού Στατιστικού Ινστιτούτου (TÜİK), που δημοσιεύθηκε στις 21 Μαΐου 2026, η παραγωγή ελιάς στην Τουρκία αναμένεται να φτάσει περίπου τους 3,8 εκατ. τόνους, έναντι 2,5 εκατ. τόνων την προηγούμενη χρονιά. Πρόκειται για αύξηση 56%.

Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι τα 3,8 εκατ. τόνοι αφορούν τον συνολικό ελαιόκαρπο και όχι το ελαιόλαδο που θα παραχθεί. Η τελική ποσότητα λαδιού θα εξαρτηθεί από το ποσοστό των ελιών που θα οδηγηθεί στα ελαιοτριβεία, από εκείνες που θα διατεθούν ως επιτραπέζιες, αλλά και από την ελαιοπεριεκτικότητα του καρπού.

Η αυξημένη παραγωγή δεν σημαίνει, πάντως, ότι η Τουρκία καταφέρνει να ενισχύσει αντίστοιχα τις πωλήσεις της στο εξωτερικό.

Κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2026, η συνολική αξία των εξαγωγών ελιάς και ελαιολάδου μειώθηκε κατά 28%, από 381 εκατ. δολάρια σε 273 εκατ. δολάρια. Αντίστοιχα, οι εξαγόμενες ποσότητες υποχώρησαν από 121.000 σε 87.000 τόνους.

Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η πτώση στο ελαιόλαδο. Οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 53%, στους 15.700 τόνους, ενώ τα έσοδα περιορίστηκαν κατά 48%, στα 82,1 εκατ. δολάρια.

Πτώση καταγράφεται και στις επιτραπέζιες ελιές. Οι εξαγωγές μαύρης ελιάς μειώθηκαν κατά 14% σε όγκο, στους 48.100 τόνους, ενώ εκείνες της πράσινης ελιάς υποχώρησαν κατά 19%, στους 14.400 τόνους.

Οι εκπρόσωποι του τουρκικού εξαγωγικού κλάδου αποδίδουν τις δυσκολίες στο αυξημένο κόστος παραγωγής, στα προβλήματα πρόσβασης σε χρηματοδότηση, στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών και στους εμπορικούς περιορισμούς.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Εξαγωγέων Ελιάς και Ελαιολάδου Αιγαίου, Emre Uygun, ζητά την άρση πρόσθετου δασμού 12,5% που επιβάλλεται στα τουρκικά προϊόντα στις ΗΠΑ, καθώς και την αύξηση της ποσόστωσης ελαιολάδου που μπορεί να εισάγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς δασμούς, από 100 σε τουλάχιστον 60.000 τόνους.

Η τουρκική πλευρά επιδιώκει επίσης ευνοϊκότερους όρους πρόσβασης στη βρετανική αγορά.

Η Ισπανία κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή παραγωγή

Η Ισπανία παραμένει ο μεγάλος πρωταγωνιστής της παγκόσμιας αγοράς ελαιολάδου. Σύμφωνα με την πρώτη επίσημη εκτίμηση του ισπανικού υπουργείου Γεωργίας (MAPA), η παραγωγή για το 2026/2027 προβλέπεται να φτάσει τους 1.602.596 τόνους, αυξημένη κατά 23% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.

Από αυτούς, περίπου 1,26 εκατ. τόνοι αναμένονται στην Ανδαλουσία, που αποτελεί την κυριότερη ελαιοπαραγωγική περιοχή της χώρας. Η εκτίμηση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διεθνή αγορά, καθώς η Ισπανία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση των εμπορικών τιμών.

Η εικόνα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είναι πιο συγκρατημένη. Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC), που παρουσιάστηκαν στην 67η συνεδρίαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής του οργανισμού, η παραγωγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2026/2027 υπολογίζεται συνολικά σε περίπου 2,4 εκατ. τόνους.

Οι εκτιμήσεις ανά χώρα έχουν ως εξής:

ΧώραΠρόβλεψη παραγωγής 2026/27
Ισπανία1.600.000 τόνοι
Ελλάδα300.000 τόνοι
Ιταλία280.000 τόνοι
Πορτογαλία195.000 τόνοι
Ευρωπαϊκή Ένωση2.400.000 τόνοι

Τα στοιχεία είναι προκαταρκτικά και ενδέχεται να αναθεωρηθούν καθώς προχωρά η συγκομιδή.

Η Ισπανία, επομένως, αναμένεται να παράγει περισσότερο από το 65% του συνολικού ευρωπαϊκού ελαιολάδου, ενώ η Ελλάδα διατηρεί την τρίτη θέση μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών της ΕΕ, πίσω από την Ισπανία και την Ιταλία.

Για την Ελλάδα, η εκτίμηση των 300.000 τόνων βρίσκεται κοντά στο εύρος των 280.000-330.000 τόνων που δίνει ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιολάδου, Μανώλης Γιαννούλης. Η τελική παραγωγή θα εξαρτηθεί από τις καιρικές συνθήκες, τις αποδόσεις των καρπών και την πορεία της συγκομιδής.

Η Ιταλία αναμένεται να κινηθεί στους 280.000 τόνους, χαμηλότερα από τις δυνατότητές της σε χρονιές υψηλής παραγωγής. Η χώρα διαθέτει ισχυρή αγορά τυποποίησης και εξαγωγών, με σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα την προστιθέμενη αξία των επώνυμων προϊόντων της.

Η Πορτογαλία εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 195.000 τόνους, συνεχίζοντας να ενισχύει τη θέση της στην ευρωπαϊκή ελαιοπαραγωγή. Η ανάπτυξη σύγχρονων, εντατικών ελαιώνων έχει αυξήσει σημαντικά τη συμμετοχή της στη διεθνή αγορά.

Τυνησία: Από την παραγωγή-ρεκόρ σε πτώση 40%

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Τυνησίας, η οποία αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς παγκοσμίως την προηγούμενη περίοδο.

Για το 2025/2026 η παραγωγή ελαιολάδου έφτασε περίπου τους 500.000 τόνους, έναντι μέσου όρου 303.000 τόνων κατά την προηγούμενη πενταετία. Η αύξηση αυτή έδωσε σημαντική ώθηση στις εξαγωγές της χώρας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τυνησιακής κυβέρνησης, οι συνολικές εξαγωγές ελαιολάδου έφτασαν τους 399.000 τόνους έως το τέλος Σεπτεμβρίου 2026, ενώ η τελική εκτίμηση για ολόκληρη την εμπορική περίοδο ανεβαίνει στους 415.000 τόνους.

Για τη νέα περίοδο, όμως, η εικόνα αλλάζει. Οι εκτιμήσεις των εκπροσώπων του κλάδου τοποθετούν την παραγωγή περίπου στους 300.000 τόνους, δηλαδή μειωμένη κατά 40% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Η πτώση αποδίδεται κυρίως στο φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας, κατά το οποίο μια χρονιά μεγάλης παραγωγής ακολουθείται συχνά από μικρότερη συγκομιδή. Παρά τη μείωση των ποσοτήτων, οι Τυνήσιοι παραγωγοί εκτιμούν ότι τα υψηλότερα διεθνή επίπεδα τιμών μπορούν να συγκρατήσουν τα εξαγωγικά έσοδα.

Τι γίνεται στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες

Σημαντική θέση στην παγκόσμια ελαιοπαραγωγή διατηρεί και το Μαρόκο, το οποίο είχε παραγωγή περίπου 160.000 τόνων την περίοδο 2025/2026. Η χώρα επενδύει στην ανάπτυξη της ελαιοκαλλιέργειας, αλλά αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις λόγω της ξηρασίας και της περιορισμένης διαθεσιμότητας νερού.

Στη Συρία, η παραγωγή για την προηγούμενη περίοδο εκτιμήθηκε περίπου στους 66.000 τόνους, με σημαντικές διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά.

Στην Αλγερία, η ελαιοπαραγωγή αποτελεί επίσης σημαντικό αγροτικό κλάδο, αν και δεν υπάρχουν ακόμη εξίσου αξιόπιστες και συγκρίσιμες τελικές προβλέψεις για τη νέα περίοδο.

Συνολικά, η εικόνα στη Μεσόγειο δείχνει ότι οι παραγωγές δεν ακολουθούν ενιαία πορεία. Η Ισπανία και η Τουρκία αναμένουν αυξημένη προσφορά, η Τυνησία προβλέπει υποχώρηση, ενώ η Ελλάδα, η Ιταλία και η Πορτογαλία κινούνται με διαφορετικές εκτιμήσεις ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες.

Ο μεγάλος ανταγωνισμός θα κριθεί στις εξαγωγές

Το βασικό συμπέρασμα για τη νέα ελαιοκομική περίοδο είναι ότι η αύξηση της παραγωγής δεν εξασφαλίζει αυτομάτως και μεγαλύτερα έσοδα για τους παραγωγούς.

Η Τουρκία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τις υψηλές προσδοκίες για τον όγκο της παραγωγής, οι εξαγωγές της υποχωρούν σημαντικά, καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα ανταγωνιστικότητας, χρηματοδότησης και πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.

Αντίθετα, η Τυνησία δείχνει ότι ακόμη και με μικρότερη παραγωγή μπορεί να διατηρήσει ισχυρή εξαγωγική παρουσία, εφόσον αξιοποιήσει τις διεθνείς τιμές και οργανώσει αποτελεσματικά την εμπορία του προϊόντος.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, πρέπει να διατηρήσει την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού ελαιολάδου και, από την άλλη, να αυξήσει τις πωλήσεις τυποποιημένων προϊόντων, ώστε μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας να παραμένει στη χώρα.

Με την Ισπανία να αναμένει παραγωγή άνω του 1,6 εκατ. τόνων και την Τουρκία να επιστρέφει σε χρονιά υψηλής συγκομιδής, οι πιέσεις στην αγορά θα είναι σημαντικές. Για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, επομένως, δεν αρκεί να υπάρχει καλή παραγωγή. Καθοριστικό θα είναι σε ποιες τιμές θα πουληθεί το ελαιόλαδο, πόσο γρήγορα θα απορροφηθεί από την αγορά και ποιο μερίδιο από την τελική εμπορική αξία θα φτάσει στον παραγωγό.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

 

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών.